Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σκεπασμένος σκεπασμένη σκεπασμένο
γενική σκεπασμένου σκεπασμένης σκεπασμένου
αιτιατική σκεπασμένο σκεπασμένη σκεπασμένο
κλητική σκεπασμένε σκεπασμένη σκεπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκεπασμένοι σκεπασμένες σκεπασμένα
γενική σκεπασμένων σκεπασμένων σκεπασμένων
αιτιατική σκεπασμένους σκεπασμένες σκεπασμένα
κλητική σκεπασμένοι σκεπασμένες σκεπασμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκεπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκεπάζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σκεπασμένος, -η, -ο

  1. που έχει σκεπαστεί
  2. που είναι κάτω από σκέπασμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία