Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοντόσταβλος οι κοντόσταβλοι
      γενική του κοντόσταβλου
κοντοστάβλου
των κοντόσταβλων
κοντοστάβλων
    αιτιατική τον κοντόσταβλο τους κοντόσταβλους
κοντοστάβλους
     κλητική κοντόσταβλε κοντόσταβλοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντόσταβλος < μεσαιωνική ελληνική κοντόσταβλος ή κονοστάβλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοντόσταβλος αρσενικό

  1. (ιστορία) υψηλόβαθμος βυζαντινός αξιωματούχος
  2. (ιστορία) ναύαρχος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Δείτε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντόσταβλος < (άμεσο δάνειο) βενετική contestabile < μεσαιωνική λατινική conestabulus < λατινική comes stabuli < comes ("ακόλουθος, υπηρέτης") & stabuli γενική ενικού του stabulum ("στάβλος, οίκημα, ταβέρνα")

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοντόσταβλος αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «κονοστάβλος» - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) [μονοτονικό σύστημα]. greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). 
    Κατά το λεξικό, τρίτος τη τάξει στην στρατιωτική ιεραρχία μετά τον πρωτοστράτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη