Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στόλος οι στόλοι
      γενική του στόλου των στόλων
    αιτιατική τον στόλο τους στόλους
     κλητική στόλε στόλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στόλος < αρχαία ελληνική στόλος < στέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στόλος αρσενικό

  1. σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
    ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας
    η ναυτική σύγκρουση μεταξύ των δύο στόλων
  2. μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή
    ο αμερικανικός 6ος στόλος
  3. σύνολο οχημάτων ή αεροσκαφών της ίδιας ιδιοκτησίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στόλος στόλω στόλοι
Γενική στόλου στόλοιν στόλων
Δοτική στόλ στόλοιν στόλοις
Αιτιατική στόλον στόλω στόλους
Κλητική στόλε στόλω στόλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στόλος < στέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στόλος αρσενικό

  1. εφοδιασμός για πολεμικές επιχειρήσεις σε ξηρά ή θάλασσα
    1. εξοπλισμός, οπλισμός
      1. στρατιά
      2. (ναυτικός όρος) στόλος, θαλάσσια δύναμη
        οὐ πολλῷ στόλῳ: με ένα μόνο πλοίο
  2. ταξίδι, οδοιπορία
    1. αποστολή (η αιτία του ταξιδιού)
  3. (αθλητισμός) (περίφραση) παγκρατίου στόλος, συνώνυμο της λέξης παγκράτιον
  4. (ναυτικός όρος) έμβολο πλοίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία