Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποστολή αποστολές
γενική αποστολής αποστολών
αιτιατική αποστολή αποστολές
κλητική αποστολή αποστολές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποστολή < αποστέλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποστολή θηλυκό

  1. η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα. Επίσης η ανάθεση έργου που ίσως χρειάζεται να διεκπεραιωθεί κάπου μακριά
  2. η ανάθεση σε υπηρεσία (π.χ. στα ΕΛΤΑ) ή σε πρόσωπο να μεταφέρει ένα αντικείμενο και η διεκπεραίωση της μεταφοράς. Το αντικείμενο της αποστολής "Καταμέτρηση των αποστολών".
  3. η αντιπροσωπεία αυτή καθαυτή "Η αποστολή του ΟΗΕ για τις διαπραγματεύσεις έφτασε όταν πια δεν είχε νόημα".
  4. ο βασικός σκοπός ύπαρξης εταιρείας "Αποστολή, Αρχές, Αξίες και Πολιτικές".


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία