Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὕπνος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ύπνος οι ύπνοι
γενική του ύπνου των ύπνων
αιτιατική τον ύπνο τους ύπνους
κλητική ύπνε ύπνοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπνος < αρχαία ελληνική ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) +‎ *-nós

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.pnɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύπνος αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν μου κολλάει ύπνος: αδυνατώ να κοιμηθώ
    Ζεστή εκείνη η νύχτα του Ιουλίου του '58 και δε μας κολλούσε ύπνος. (Γιάννης Ξανθούλης, Το πεθαμένο λικέρ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία