Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφύπνιση αφυπνίσεις
γενική αφύπνισης
& αφυπνίσεως
αφυπνίσεων
αιτιατική αφύπνιση αφυπνίσεις
κλητική αφύπνιση αφυπνίσεις

ο πληθυντικός είναι δημώδης

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφύπνιση < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφύπνιση θηλυκό

  1. το ξύπνημα
  2. (μεταφορικά) η επαναφορά και η επάνοδος στην πραγματικότητα (λέγεται για κάποιον που είναι προσκολλημένος στον ονειρικό κόσμο)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία