Arrows blue.png Δείτε επίσης : Ὕπνος, ύπνος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕπνος ὕπνω ὕπνοι
Γενική ὕπνου ὕπνοιν ὕπνων
Δοτική ὕπν ὕπνοιν ὕπνοις
Αιτιατική ὕπνον ὕπνω ὕπνους
Κλητική ὕπνε ὕπνω ὕπνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) +‎ *-nós

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕπνος αρσενικό

  1. ύπνος
  2. (ως κύριο όνομα) → δείτε τη λέξη: Ὕπνος, προσωποποίηση του ύπνου
  3. ο θάνατος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία