Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυπνητήρι ξυπνητήρια
γενική ξυπνητηριού ξυπνητηριών
αιτιατική ξυπνητήρι ξυπνητήρια
κλητική ξυπνητήρι ξυπνητήρια
 
ένα ξυπνητήρι (1)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυπνητήρι < ξύπνημα + -τήρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξυπνητήρι ουδέτερο

  1. ρολόι το οποίο έχει τη δυνατότητα να ρυθμίζεται ώστε να παράγει σε συγκεκριμένη ώρα κάποιον ήχο ή γενικά ηχητική ειδοποίηση, με σκοπό την αφύπνιση / το ξύπνημα ή γενικά την προειδοποίηση
  2. εξάρτημα ή χαρακτηριστικό άλλου μηχανισμού ή αντικειμένου με ρόλο ξυπνητηριού (όπως κινητό τηλέφωνο, τηλεόραση)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία