Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

budzik < budzić

  ΠροφοράΕπεξεργασία

budzik 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

budzik (pl) αρσενικό

  1. ξυπνητήρι