Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική υπνωτιστικός υπνωτιστική υπνωτιστικό
γενική υπνωτιστικού υπνωτιστικής υπνωτιστικού
αιτιατική υπνωτιστικό υπνωτιστική υπνωτιστικό
κλητική υπνωτιστικέ υπνωτιστική υπνωτιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπνωτιστικοί υπνωτιστικές υπνωτιστικά
γενική υπνωτιστικών υπνωτιστικών υπνωτιστικών
αιτιατική υπνωτιστικούς υπνωτιστικές υπνωτιστικά
κλητική υπνωτιστικοί υπνωτιστικές υπνωτιστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπνωτιστικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπνωτιστικός

  1. που έχει σχέση με τον υπνωτισμό ή που υπνωτίζει


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία