Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ύπνο αρσενικό

  1. ύπνος, στην αιτιατική του ενικού