Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

υπνωτικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπνωτικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που δρουν κατά της αϋπνίας, του άγχους και της κατάθλιψης.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χορηγούνται ελεγκτικά κυρίως σε έντονη αϋπνία και μόνο για βραχείς περιόδους 1-2 εβδομάδες θεραπείας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία