Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενύπνιο ενύπνια
γενική ενυπνίου ενυπνίων
αιτιατική ενύπνιο ενύπνια
κλητική ενύπνιο ενύπνια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενύπνιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχαίου ἐνύπνιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενύπνιο ουδέτερο

  1. (λόγιο) το όνειρο (διαδοχή παραστάσεων που εμφανίζονται στο νου κατά τη διάρκεια του ύπνου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία