Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sen < ιαπωνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sen sens

sen (fr) αρσενικό

  • υποδιαίρεση του ιαπωνικού νομίσματος, καθώς και άλλων κρατών της Άπω Ανατολής

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Εσπεράντο (eo) Επεξεργασία

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

sen 

ΔΦΑ : /sɛ̃n/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sen (pl) αρσενικό

  1. ο ύπνος
  2. το όνειρο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία



Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

sen (tr)

  1. εσύ



Τσεχικά (cs) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sen (cs) αρσενικό

  1. το όνειρο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία