Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ben (fr)

  1. βέβαια, σίγουρα
    ben oui ! - μα και βέβαια, ναι!

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ben bens

ben (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) το παντελόνι
    δείτε τη λέξη bénard



Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ben (da)



|Μανξ (gv)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ben (gv)



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ben (no)



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ben 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ben (sv)



Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ben < (κληρονομημένο) παλαιά τουρκική 𐰢𐰤 (men, εγώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ben/

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

ben (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Προσωπικές αντωνυμίες
ενικός
Πτώση Α' πρόσωπο Β' πρόσωπο Γ' πρόσωπο
ονομαστική ben sen o
αιτιατική beni seni onu
δοτική bana sana ona
τοπική bende sende onda
αφαιρετική benden senden ondan
κτητική benim senin onun
πληθυντικός
ονομαστική biz siz onlar
αιτιατική bizi sizi onları
δοτική bize size onlara
τοπική bizde sizde onlarda
αφαιρετική bizden sizden onlardan
κτητική bizim sizin onların

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ben (tr)

  • η ελιά, μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης.

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία