Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόκαλο τα κόκαλα
      γενική του κόκαλου
κοκάλου
των κόκαλων
κοκάλων
    αιτιατική το κόκαλο τα κόκαλα
     κλητική κόκαλο κόκαλα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κόκαλο ζώου
 
ένα κόκαλο για τα παπούτσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόκαλο < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνικήκόκκαλος (έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόκαλο ουδέτερο

  1. (καθομιλουμένη) κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
     συνώνυμα: οστό
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
     συνώνυμα: αναβατήρας υποδημάτων, κόκκαλο
  3. (αργκό) (συνήθως στον πληθυντικό) τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

περίμενα τους φίλους μου μες στη βροχή και βράχηκα ως το κόκαλο
  • γερό κόκαλο: που έχει γερή κράση, υγεία και αντοχή
είναι γερό κόκαλο αυτός
  • κόκαλα έχει;: λέγεται συνήθως όταν αργεί να ψηθεί ο καφές
  • μένω κόκαλο: μένω ακίνητος (από έκπληξη, τρόμο, κλπ). - → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
  • πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, ισχνός
  • φτάνει το μαχαίρι στο κόκαλο: εφαρμόζονται ριζικές λύσεις, διερευνάται μια υπόθεση σε όλες τις λεπτομέρειες ανεξαρτήτως του ποιος θα θιγεί
  • ως/μέχρι το κόκαλο: σε πολύ μεγάλο βαθμό, ολοκληρωτικά
είναι φανατικός Ολυμπιακός· ως το κόκαλο

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει: λέγεται για τη δύναμη του λόγου

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία