Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέρατο τα κέρατα
      γενική του κεράτου των κεράτων
    αιτιατική το κέρατο τα κέρατα
     κλητική κέρατο κέρατα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέρατο < αρχαία ελληνική κέρας (γενική κέρατος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
δύο κέρατα(1)

κέρατο ουδέτερο

  1. σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι
  2. (μεταφορικά) η μοιχεία
  3. (μεταφορικά) εκνευριστικό αντικείμενο, εξόγκωμα ή άτομο
    βγήκε πάλι αυτό το "κέρατο" στο μάτι μου και με ενοχλούσε
    μου 'βαλε αυτό το κέρατο στο χολ και έκλεισε όλο το διάδρομο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • και στου βοδιού το κέρατο να κρυφτείς...:
  • κέρατο βερνικωμένο
  • πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα
  • το κέρατό μου: ήπιας μορφής βρισιά σε περίπτωση εκνευρισμού
  • τα κέρατά μου/του: πολύ μεγάλη ποσότητα από κάτι
    από την ώρα που ήρθε έχει πιει τα κέρατά του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία