Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corn (en)

  1. καλαμπόκι
  2. κάλος στο πόδι



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corn (ro)