Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόρνα < λατινικά corna

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόρνα θηλυκό

  1. ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
    δείτε τη λέξη κλάξον
  2. τύπος μεγαφώνου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία