Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

corne 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
corne cornes

corne (fr) θηλυκό

  1. το κέρατο
  2. το κέρας (της Αφρικής)
  3. η κόρνα