Δείτε επίσης: καλός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάλος οι κάλοι
      γενική του κάλου των κάλων
    αιτιατική τον κάλο τους κάλους
     κλητική κάλε κάλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλος < ιταλική callo < λατινική callum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πατάω τον κάλο: θίγω ευαίσθητο συναισθηματικά σημείο
  • έχω κάλο (στο μυαλό, στον εγκέφαλο): είμαι παράλογος ή ανισόρροπος

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία