Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρόζος οι ρόζοι
      γενική του ρόζου των ρόζων
    αιτιατική τον ρόζο τους ρόζους
     κλητική ρόζε ρόζοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρόζος < → λείπει η ετυμολογία
 
ρόζος σε ξύλο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρόζος αρσενικό

  1. σκλήρυνση στο δέρμα του χεριού από καταπόνηση λόγω σκληρής δουλειάς
  2. (σε ξύλο) τοπική σκλήρυνση που διακόπτει τη συνέχεια του ξύλου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία