↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὀστεο-, ὀστοῦ-
ονομαστική τὸ ὀστέον > ὀστοῦν τὰ ὀστέ   > ὀστ
      γενική τοῦ ὀστέου > ὀστοῦ τῶν ὀστέων > ὀστῶν
      δοτική τῷ ὀστέ   > ὀστ τοῖς ὀστέοις > ὀστοῖς
    αιτιατική τὸ ὀστέον > ὀστοῦν τὰ ὀστέ   > ὀστ
     κλητική ! ὀστέον > ὀστοῦν ὀστέ   > ὀστ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀστέω   > ὀστώ
γεν-δοτ τοῖν  ὀστέοιν   > ὀστοῖν
2η κλίση, ομάδα 'ὀστέον ὀστοῦν', Κατηγορία 'ὀστοῦν' όπως «ὀστοῦν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ὀστοῦν ουδέτερο