Δείτε επίσης: αφανής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀφανής τὸ ἀφανές οἱ, αἱ ἀφανεῖς τὰ ἀφαν
Γενική τοῦ, τῆς ἀφανοῦς τοῦ ἀφανοῦς τῶν ἀφανῶν τῶν ἀφανῶν
Δοτική τῷ, τῇ ἀφανεῖ τῷ ἀφανεῖ τοῖς, ταῖς ἀφανέσι(ν) τοῖς ἀφανέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀφαν τὸ ἀφανές τοὺς, τὰς ἀφανεῖς τὰ ἀφαν
Κλητική ἀφανές ἀφανές ἀφανεῖς ἀφαν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀφανεῖ
Γενική-Δοτική ἀφανοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀφανής < ἀ- στερητικό + -φανής (φαίνομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀφανής

  ΠηγέςΕπεξεργασία