Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο σκελετός οι σκελετοί τα σκελετά
      γενική του σκελετού των σκελετών των σκελετών
    αιτιατική τον σκελετό τους σκελετούς τα σκελετά
     κλητική σκελετέ σκελετοί σκελετά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκελετός < (λόγιο) ελληνιστική κοινή σκελετός < αρχαία ελληνική σκέλλω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)kelh₁- (ξηραίνω, μαραίνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /scɛ.lɛˈtɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκελετός αρσενικό (πληθυντικός: οι σκελετοί)

  1. (ανατομία) το σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά
    βρέθηκε σε ανασκαφές ο σκελετός ενός δεινόσαυρου
  2. ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος
  3. ο φέρων οργανισμός (από οπλισμένο σκυρόδεμα ή σίδερο ή άλλο υλικό) ενός κτηρίου ή άλλης κατασκευής, οποιοδήποτε υποσύστημα παρέχει εσωτερική υποστήριξη στα υπόλοιπα μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου
  4. το σχεδιάγραμμα με τις κύριες ιδέες και τη διάρθρωση ενός κειμένου

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • με διαφορετική σημασία ο δεύτερος πληθυντικός: τα σκελετά

Συγγενικές λέξεις=Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία