Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαραίνω < αρχαία ελληνική μαραίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.ˈɾɛ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαραίνω, παθητικό: μαραίνομαι, παθητική μετοχή: μαραμένος

  1. κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
  2. συμβάλλω στην απώλεια της ζωτικότητας κάποιου
  3. (γαστρονομία) τηγανίζω κάτι σε ζεστό λάδι μέχρι να μαλακώσει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αυτό με (σε / τον...) μάρανε : για κάτι που είναι υπερβολικό ή / και περιττό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαραίνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαραίνω

  1. (αρχική σημασία) σβήνω ή μειώνω την ένταση της φωτιάς
  2. μαραίνω
    πάνθ' ὁ μέγας χρόνος μαραίνει