Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔɕʨ̑/
kość 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kość (pl) θηλυκό

  1. το κόκαλο
    Συνώνυμα
    gnat
  2. το ζάρι
    Συνώνυμα
    kostka

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία