Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψαροκόκαλο τα ψαροκόκαλα
      γενική του ψαροκόκαλου των ψαροκόκαλων
    αιτιατική το ψαροκόκαλο τα ψαροκόκαλα
     κλητική ψαροκόκαλο ψαροκόκαλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαροκόκαλο < ψαρο- + κόκαλο, ίσως προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική ψαροκόκαλον[1]
 
Ύφανση ψαροκόκαλου.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαροκόκαλο ουδέτερο

  1. το κόκαλο του ψαριού
  2. (ύφασμα) τεχνική ύφανσης που δημιουργεί το σχήμα του σκελετού του ψαριού (συνηθίζεται κυρίως υφάσματα για κοστούμια)
  3. (κομμωτική) τρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία