Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sono < οικεία βραχυγραφία του sonorisation

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sono sonos

sono (fr) θηλυκό



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sono < son- + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sono (eo)

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sono (it)

  1. ο ύπνος