Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ήχος οι ήχοι
γενική του ήχου των ήχων
αιτιατική τον ήχο τους ήχους
κλητική ήχε ήχοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ήχος < αρχαία ελληνική ἦχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ήχος αρσενικό

  1. ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής· οι δονήσεις που προκαλούνται σε φυσικά σώματα μεταφέρονται με διαδοχικά πυκνώματα και αραιώματα του αέρα ή άλλων υλικών στο αυτί και, εφόσον έχουν την κατάλληλη ένταση και συχνότητα, γίνονται αντιληπτές από τον εγκέφαλο ως ήχοι
  2. ο καθένας από τους οκτώ τρόπους της βυζαντινής μουσικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

δείτε τις λέξεις: ηχο- και -ηχος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία