Δείτε επίσης: ήχος, ἠχός

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἦχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἦχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἦχος αρσενικό

  1. ήχος
  2. θόρυβος (από φωνές)
  3. (μουσική) μουσικός τρόπος (διάταξη διάδοχων μουσικών διαστημάτων)
    ἦχος πλάγιος
    → δείτε και τις λέξεις ὀκτάηχος και ὀκτώηχος, έκφραση: κατὰ ἤχου

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἦχος οἱ ἦχοι
      γενική τοῦ ἤχου τῶν ἤχων
      δοτική τῷ ἤχ τοῖς ἤχοις
    αιτιατική τὸν ἦχον τοὺς ἤχους
     κλητική ! ἦχε ἦχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἤχω
γεν-δοτ τοῖν  ἤχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἦχος < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἦχος αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία