Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουσικός μουσικοί
γενική μουσικού μουσικών
αιτιατική μουσικό μουσικούς
κλητική μουσικέ μουσικοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μουσικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μουσικός αρσενικό ή θηλυκό

Που ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μουσικός

  1. Πρότυπο:Ο σχετικός με την μουσική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία