Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκφώνηση < εκφωνώ < εκ + φωνέω-ῶ (φωνάζω στα αρχ. ελλ.)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκφώνηση θηλυκό

  1. η ανάγνωση κειμένου ώστε να ακούγεται από άλλους
    Η εκφώνηση του προβλήματος έγινε με λανθασμένο τρόπο και δεν το έλυσε κανένας μαθητής!


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία