Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θόρυβος θόρυβοι
γενική θορύβου
& θόρυβου
θορύβων
& θόρυβων
αιτιατική θόρυβο θορύβους
& θόρυβους
κλητική θόρυβε θόρυβοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θόρυβος < αρχαία ελληνική θόρυβος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθɔ.ɾi.vɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θόρυβος αρσενικό

  1. δυνατός, ανεπιθύμητος ή ενοχλητικός ήχος
    συνώνυμα: φασαρία
    δυσκολευόμουν να ακούσω τον συνομιλητή μου λόγω του θορύβου κυκλοφορίας
  2. οποιοσδήποτε αντιληπτός ήχος
    άρχισε πρόσφατα ο σκληρός δίσκος να κάνει περίεργο θόρυβο
  3. δεδομένα που παρεμποδίζουν τη λήψη σήματος ή πληροφοριών
    ο λόγος σήματος προς θορύβου σε αυτή τη συζήτηση πλησιάζει το μηδέν
    βροχοδίνη, τυχαίοι (θορυβικοί) πληροφοριακοί κόμβοι που συνεχώς μεταβάλλονται
  4. (μεταφορικά) εκτεταμένη συζήτηση για κάποιο πρόσωπο
    συνώνυμα: ντόρος, σάλος
    έγινε μεγάλος θόρυβος με την εκλογή του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία