Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρεμποδίζω < παρά + εμποδίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρεμποδίζω

  1. δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία