Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες
γενική αποδοκιμασίας αποδοκιμασιών
αιτιατική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες
κλητική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδοκιμασία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποδοκιμασία θηλυκό

  1. το να αποδοκιμάζω κάποιον ή το αποτέλεσμα του να αποδοκιμάζω κάποιον
    η αποδοκιμασία των οπαδών κατά του διαιτητή ήταν έντονη μετά το τελευταίο σφύριγμα του αγώνα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία