Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναταραχή αναταραχές
γενική αναταραχής αναταραχών
αιτιατική αναταραχή αναταραχές
κλητική αναταραχή αναταραχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναταραχή < αναταράσσω (αναταράζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναταραχή θηλυκό

  1. η αναστάτωση και η αποδιοργάνωση που επικρατεί όταν κάτι ταράζεται
νέα παγκόσμια αναταραχή από τη διχόνοια ανατολής και δύσης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία