Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συζήτηση οι συζητήσεις
      γενική της συζήτησης
& συζητήσεως
των συζητήσεων
    αιτιατική τη συζήτηση τις συζητήσεις
     κλητική συζήτηση συζητήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συζήτηση < ελληνιστική συζήτησις < συζητῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συζήτηση θηλυκό

  1. η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών για ένα θέμα και η ανάλυσή του, συνήθως προφορικά
  2. συνομιλία, κουβέντα
  3. αντιπαράθεση, θέμα διαφωνίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  συζητώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία