Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουβέντα κουβέντες
γενική κουβέντας
αιτιατική κουβέντα κουβέντες
κλητική κουβέντα κουβέντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουβέντα < μεσαιωνική ελληνική κουβέντα < κομβέντον / κονβέντον (ουδέτερο) < κομβέντος / κονβέντος (αρσενικό / κόμβενδος (συνάντηση, συνέλευση) < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio < πρωτοϊταλικά *gʷenjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷm̥yéti < *gʷem- (προχωρώ) + *-yéti

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουβέντα θηλυκό

  1. συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα
    είχαμε μια σύντομη κουβέντα
  2. φράση ή λόγος ή λέξη
    μου είπε μια βαριά κουβέντα
    δεν είπε κουβέντα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία