Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αεροκουβέντα οι αεροκουβέντες
      γενική της αεροκουβέντας
    αιτιατική την αεροκουβέντα τις αεροκουβέντες
     κλητική αεροκουβέντα αεροκουβέντες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

αεροκουβέντα < αερο- + κουβέντα

  Ουσιαστικό επεξεργασία

αεροκουβέντα θηλυκό

  Μεταφράσεις επεξεργασία