Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προχωρώ < προ + χωρώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

προχωρώ, πρτ.: προχωρούσα, στ.μέλλ.: θα προχωρήσω, αόρ.: προχώρησα, μτχ.π.π.: προχωρημένος

  1. κινούμαι μπρος τα εμπρός (ή γενικότερα προς κάποια κατεύθυνση)
  2. (+ σε) αρχίζω να κάνω κάτι ή συνεχίζω κάποια ενέργεια ξεκινώντας μια καινούρια φάση
    μετά την υπογραφή της συμφωνίας θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του έργου
    ' συνώνυμα: προβαίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία