Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαζοκουβέντα οι χαζοκουβέντες
      γενική της χαζοκουβέντας
    αιτιατική τη χαζοκουβέντα τις χαζοκουβέντες
     κλητική χαζοκουβέντα χαζοκουβέντες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαζοκουβέντα < χαζός και κουβέντα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαζοκουβέντα θηλυκό

  1. η άνευ ουσίας συζήτηση, οι αερολογίες για να περνάει η ώρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία