Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελωδία < αρχαία ελληνική μελῳδία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.lɔ.ˈði.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελωδία μελωδίες
γενική μελωδίας μελωδιών
αιτιατική μελωδία μελωδίες
κλητική μελωδία μελωδίες

μελωδία θηλυκό

  1. τμήμα σύνθεσης
  2. αρμονική και γλύκηχη σύνθεση
  3. (μεταφορικά) γλυκός ήχος
  4. (μεταφορικά) υπέροχο συναίσθημα ή κατάσταση που προκαλείται από κάτι (φυσικό ή εγκεφαλικό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία