Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ηχώ
γενική ηχώς
& ηχούς
αιτιατική ηχώ
κλητική ηχώ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηχώ < αρχαία ελληνική ἠχώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηχώ θηλυκό

  1. φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ένας ήχος αντανακλάται σε ένα εμπόδιο που απέχει περισσότερο από 17 μέτρα από την πηγή του και επιστρέφοντας ακούγεται διακριτά και συνήθως με πολλαπλές επαναλήψεις (σε αντίθεση με την αντήχηση η οποία δεν εμφανίζει διακριτές επαναλήψεις)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηχώ < αρχαία ελληνική ἠχέω, -ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ηχώ

  1. (αμετάβατο) κροτώ, βροντώ
    τα τύμπανα ηχούσαν όλη τη νύχτα
  2. ακούγομαι με έναν ορισμένο τρόπο
    το γέλιο της ηχούσε στ' αυτιά του σαν γλυκιά μουσική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία