Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κροτώ < αρχαία ελληνική κροτῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

κροτώ

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία