Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας hang
γ΄ ενικό ενεστώτα hangs
αόριστος hung
παθητική μετοχή hung
ενεργητική μετοχή hanging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hang (en)

  1. (μεταβατικό) κρεμώ
  2. (αμετάβατο) κρεμιέμαι
  3. (αμετάβατο) κρέμομαι
  4. (αμετάβατο) αιωρούμαι
    The peak of the mountain hangs over their heads
    H κορυφή του βουνού αιωρείται πάνω από τα κεφάλια τους.
  5. σεργιανώ, χαζεύω, περνάω τον καιρό μου χαλαρά για να ξεκουραστώ και να χαλαρώσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
hang hangs

hang (en)

  1. το κρέμασμα

Ουγγρικά (hu)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hang (hu)