Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

hang (en)

  1. (μεταβατικό) κρεμώ
  2. (αμετάβατο) κρεμιέμαι
  3. (αμετάβατο) κρέμομαι
  4. (αμετάβατο) αιωρούμαι
  5. σεργιανώ, χαζεύω, περνάω τον καιρό μου χαλαρά για να ξεκουραστώ και να χαλαρώσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hang (en)

  1. το κρέμασμα



Ουγγρικά (hu) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

hang 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hang (hu)