Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαγχονίζω < {{ Μπαμπινιώτης: απαγχονίζω [αρχ.]. ετυμολογία: αρχ. απαγχονίζω < απο + αγχόνη < αρχ. άγχω " σφίγγω, πνίγω " + παραγ. επίθ. -όνη)}


Γ. Μπαμπινιώτης: απαγχονίζω [αρχ.]. ετυμολογία: αρχ. απαγχονίζω < απο + αγχόνη < αρχ. άγχω " σφίγγω, πνίγω " + παραγ. επίθ. -όνη

  ΡήμαΕπεξεργασία

απαγχονίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία