Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άηχος άηχη άηχο
γενική άηχου άηχης άηχου
αιτιατική άηχο άηχη άηχο
κλητική άηχε άηχη άηχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άηχοι άηχες άηχα
γενική άηχων άηχων άηχων
αιτιατική άηχους άηχες άηχα
κλητική άηχοι άηχες άηχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άηχος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ἄηχος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + ήχ(ος) + -ος
για τον όρο της φωνητικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sourd[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.i.xɔs/
συλλαβισμός: ά‐η‐χος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άηχος

  1. που δεν βγάζει ήχο
  2. (γλωσσολογία, φωνητική) φθόγγος κατά την εκφώνηση του οποίου οι φωνητικές χορδές δεν πάλλονται
    τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία