Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ηχηρός η ηχηρή το ηχηρό
      γενική του ηχηρού της ηχηρής του ηχηρού
    αιτιατική τον ηχηρό την ηχηρή το ηχηρό
     κλητική ηχηρέ ηχηρή ηχηρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ηχηροί οι ηχηρές τα ηχηρά
      γενική των ηχηρών των ηχηρών των ηχηρών
    αιτιατική τους ηχηρούς τις ηχηρές τα ηχηρά
     κλητική ηχηροί ηχηρές ηχηρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηχηρός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηχηρός, -ή, -ό

  1. που συνοδεύεται από δυνατό ήχο
  2. (μεταφορικά) έντονος
  3. (γλωσσολογία) για τα σύμφωνα τα οποία παράγονται με έντονη δόνηση των φωνητικών χορδών
    τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά
     αντώνυμα: άηχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία