Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηχηρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηχηρός

  1. που συνοδεύεται από δυνατό ήχο
  2. (μεταφορικά) έντονος
  3. (γλωσσολογία) για τα σύμφωνα τα οποία παράγονται με έντονη δόνηση των φωνητικών χορδών
    τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά
     αντώνυμα: άηχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία