Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

so (en)

  1. έτσι
  2. τόσο
  3. τόσο (εννοείται πολύ)
    He is so tall! - Είναι τόσο ψηλός!
    It is so kind of you - Είναι τόσο ευγενικό εκ μέρους σας!
     συνώνυμα: very, really, → και δείτε τη λέξη extremely

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

so (en)

  1. οπότε, λοιπόν
    We don’t have money; so, we will no go on vacation this year.
    Δεν έχουμε λεφτά· λοιπόν, δεν θα πάμε διακοπές φέτος.
    It’s late; so good night
    Είναι αργά· καληνύχτα λοιπόν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

so (bs)



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

so < s + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

so (eo)



Σερβικά (sr)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

so (sr)

  • λατινική γραφή του со